Η περίοδος από τον Ιούλιο του 2013 έως τις εκλογές του Ιανουαρίου 2018 χαρακτηρίστηκε από αρκετές αλλαγές στην τουρκοκυπριακή πολιτική. Η εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί, ενός ανεξάρτητου υποψηφίου που νίκησε τον Απρίλιο του 2015 τον απερχόμενο Πρόεδρο Ντερβίς Έρογλου ήταν η πιο ξεχωριστή. Ο Ακιντζί εξασφάλισε το 60% των ψήφων στον δεύτερο γύρο, μια σαρωτική νίκη. Η κακή απόδοση του υποψηφίου του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος – CTP πυροδότησε εσωτερικές τριβές, με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο οποίος έχασε τις εκλογές από τον Έρογλου το 2010, να αμφισβητεί τον ηγέτη του CTP και επικεφαλής της κυβέρνησης Οζκάν Γιοργκαντζίογλου για την ηγεσία του κόμματος. Η νίκη του Ταλάτ ανάγκασε τον Γιοργκαντζίογλου σε παραίτηση, γεγονός που οδήγησε σε τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις συνασπισμού, εννέα υπουργικά συμβούλια, που εναλλάσσονταν στην εξουσία, μέχρι τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών τον Ιανουάριο του 2018.
Το καλοκαίρι του 2013, το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα Ενωμένων Δυνάμεων (Cumhuriyetçi Türk Partisi Birleşik Güçler) – CTP σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με το Δημοκρατικό Κόμμα (Demokrat Partisi) – DP, με επικεφαλής τον ηγέτη του CTP, Οζκάν Γιοργκαντζίογλου. Δύο χρόνια αργότερα, το CTP, με τον Ομέρ Σογιέρ Καλιόντζου, τον νέο ηγέτη του, σχημάτισε βραχύβιο υπουργικό συμβούλιο με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας (Ulusal Birlik Partisi) – UBP, το οποίο διαδέχθηκε τον Απρίλιο του 2016 ένας συνασπισμός των συντηρητικών κομμάτων UBP και DP, καθώς και ανεξάρτητων.
Η εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί τον Απρίλιο του 2015 σηματοδότησε μια νέα πορεία στις διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού. Υπήρχαν σημάδια καλής συνεννόησης με τον Νίκο Αναστασιάδη, Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος εξελέγη το 2013, γεγονός που δημιούργησε μεγάλες ελπίδες για τον τερματισμό της διαίρεσης του νησιού. Ωστόσο, ενώ οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία στις διαπραγματεύσεις στο Κρανς Μοντάνα της Ελβετίας, με τη συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα αυτοπροσώπως, η διαδικασία κατέρρευσε. Πολλοί, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, κατηγόρησαν τον Νίκο Αναστασιάδη ως απρόθυμο να καταλήξει σε ομοσπονδιακή λύση, προτείνοντας παρασκηνιακά λύση δύο κρατών. Κατά τη διάρκεια των εκλογών του 2018, δεν υπήρχαν σημάδια για επανέναρξη των συνομιλιών, οι οποίες προφανώς ευνοούσαν τα πολιτικά κόμματα που αντιτίθενται στην ομοσπονδία.
Κατά τη σύντομη περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας, κυριαρχούσε στη θεματολογία η εσωτερική πολιτική, η οποία σχετιζόταν με τον ρόλο της Τουρκίας στις τουρκοκυπριακές υποθέσεις. Εκτός από την παρουσία δεκάδων χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και τον έλεγχο που αυτό συνεπάγεται, ένα ζήτημα ανησυχίας για τους Τουρκοκύπριους ήταν η ανοιχτή προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει τον εξισλαμισμό με την κατασκευή δεκάδων νέων τζαμιών και την επιβολή ισλαμικών κανόνων στην εκπαίδευση. Αυτό ερχόταν σε σύγκρουση με τα συναισθήματα και τις πρακτικές που ανέκαθεν κυριαρχούσαν μεταξύ των μελών της κοινότητας. Ενώ ήταν και ένιωθαν Μουσουλμάνοι, η κοσμικότητα κυριαρχούσε στη ζωή τους, αξία την οποία ήθελαν να διατηρήσουν.
Η παρέμβαση της Τουρκίας υπήρξε κυρίαρχη με διάφορους τρόπους: Η Άγκυρα χρηματοδοτούσε την αυτοανακηρυγμένη ΤΔΒΚ, με την πάροδο του χρόνου έχουν υπογραφεί δεκάδες πρωτόκολλα μεταξύ Λευκωσίας και Άγκυρας σε διάφορους τομείς, ενώ Τούρκοι και αξιωματούχοι του ΑΚΡ συχνά εμπλέκονταν στην εσωτερική πολιτική, υποστηρίζοντας τις συντηρητικές δυνάμεις. Η επιρροή τους δεν περιορίστηκε στις κοινότητες που κατοικούνταν από Τούρκους υπηκόους, εποίκους, οι οποίοι άρχισαν να φτάνουν ή να μεταφέρονται στο νησί μετά την εισβολή του τουρκικού στρατού το 1974. Επεκτάθηκε και σε εθνικιστικές ομάδες. Αριστερά κόμματα και πολιτικοί είχαν καταγγείλει την παρέμβαση της Άγκυρας στις εκλογές, σε διάφορες περιπτώσεις. Να υπενθυμίσουμε επίσης ότι η παρέμβαση στην εκλογή του ηγέτη του UBP το 2012 είχε προκαλέσει διαμάχη μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου, ο οποίος ευνοούσε ένα άλλο πρόσωπο από τον κάτοχο της θέσης.
Η επιρροή της Τουρκίας προωθείτο, μεταξύ άλλων παραγόντων, μέσω συνεχούς προσπάθειας να δοθεί υπηκοότητα σε Τούρκους που μεταφέρθηκαν στο νησί, κυρίως στο πλαίσιο σχεδίων για τον εποικισμό του. Οι έποικοι από την Τουρκία αποτελούν σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος.
Η δεινή κατάσταση της οικονομίας ήταν επίσης σημαντικό ζήτημα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Η de facto υποτίμηση της τουρκικής λίρας, του επίσημου νομίσματος στο αυτοανακηρυγμένο κράτος, συνέβαλε στη μείωση του εισοδήματος και την άνοδο των τιμών, επηρεάζοντας το κόστος ζωής των ανθρώπων.
Οι πολιτικές δυνάμεις που συμμετείχαν στις εκλογές του 2018 ήταν οι εξής:
Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας (Ulusal Birlik Partisi) – UBP, με τον Hüseyin Özgürgün.
Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (Cumhuriyetçi Türk Partisi) – CTP, με τον Tufan Erhürman, ο οποίος διαδέχθηκε τον Mehmet Ali Talat, τον Νοέμβριο του 2016.
Το Δημοκρατικό Κόμμα (Demokrat Partisi) – DP με τον Serdar Denktaş.
Το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας (Toplumcu Demokrasi Partisi) – TDP, με επικεφαλής τον Cemal Özyiğit, ο οποίος διαδέχθηκε τον Mehmet Çakıcı μετά την αποχώρηση του τελευταίου από το κόμμα μαζί με άλλους αντιφρονούντες το 2016.
Το Κόμμα Αναγέννησης (Yeniden Doğuş Partisi – YDP), ένα κόμμα εποίκων που ιδρύθηκε από τον Erhan Arıklı, το 2016, με το ίδιο όνομα όπως και άλλα κόμματα στο παρελθόν.
Το Λαϊκό Κόμμα (Halkın Partisi) – HP, ένα κόμμα που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 2016 από τον ακαδημαϊκό Kudret Özersay.
Το Κόμμα Κοινοτικής Απελευθέρωσης Νέων Δυνάμεων (Toplumcu Kurtuluş Partisi Yeni Güçler) TKP-YG (επαν)ιδρύθηκε το 2016 από τον Mehmet Çakıcı και άλλους που είχαν αποχωρήσει από τη συγχώνευση TDP-TKP. Συμμετείχαν στις εκλογές σε συμμαχία με το Ενωμένο Κόμμα Κύπρου (Birleşik Kıbrıs Partisi) – BKP.
Τέλος, το Εθνικιστικό Δημοκρατικό Κόμμα (Milliyetçi Demokrasi Partisi) – MDP συμμετείχε, επίσης, στις εκλογές.
Μια τροποποίηση στο εκλογικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα έξι πολυεδρικές εκλογικές περιφέρειες, επέτρεπε την ψήφο και για τις πενήντα έδρες. Οι ψηφοφόροι είχαν την επιλογή να ψηφίσουν για ένα κόμμα ή για υποψηφίους σε μια κομματική λίστα. Στη δεύτερη περίπτωση, μπορούσαν να ρίξουν από 24 έως 50 ψήφους προτίμησης. Αυτή η περιπλοκή του εκλογικού συστήματος σήμαινε ότι ο τεράστιος όγκος δεδομένων που δημοσιεύθηκαν, ανά κάλπη και ψήφους προτίμησης ανά υποψήφιο, καθιστά πολύ δύσκολη την παροχή συγκεντρωτικής κατανομής των κομματικών ψήφων ανά εκλογικό τμήμα. Αυτό δεν μας επέτρεψε να παρέχουμε λεπτομερή ανάλυση της επιρροής κάθε κόμματος.
Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας – UBP κέρδισε τις εκλογές με 35,6%, με το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα – CTP να ακολουθεί με 20,97%, το Λαϊκό Κόμμα με 17,10%, το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας – TDP με 8,61%, το Δημοκρατικό Κόμμα – DP με 7,83% και το Κόμμα Αναγέννησης με 6,97%. Η καινοτομία ήταν η παρουσία στο κοινοβούλιο έξι κομμάτων και ενός συνασπισμού τεσσάρων κομμάτων CTP-TDP-HP-DP, που εξασφάλισε πλειοψηφία 27 εδρών. Και πάλι, ο σχηματισμός μιας πολύ εύθραυστης κυβέρνησης δεν ήταν πολύ υποσχόμενη εξέλιξη για την επιβίωση της.
Η αποχή σημείωσε νέο ρεκόρ στο 33,93%, με το υψηλότερο ποσοστό στην Κερύνεια (35,70%) και το χαμηλότερο στη μικρή εκλογική περιφέρεια της Λεύκας (29,80%). Ένα ρεκόρ ποσοστού άκυρων ψήφων (11,53%) μπορεί να αποτελεί ένδειξη ενός περίπλοκου εκλογικού συστήματος που το εκλογικό σώμα δεν κατάλαβε. Το 2013, το ποσοστό ήταν 6,70%. Άλλη εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι οι ψηφοφόροι ακύρωσαν το ψηφοδέλτιο για να δείξουν ότι δεν είναι ευχαριστημένοι με καμία από τις πολιτικές δυνάμεις. Παρατηρητές υποστηρίζουν ότι το πολύ υψηλό ποσοστό αποχής προέρχεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει εκκαθάριση των εκλογικών καταλόγων. Τα ονόματα των αποθανόντων ή των μεταναστών ψηφοφόρων συμβάλλουν στο να φαίνεται η αποχή διογκωμένη.
Το υψηλότερο ποσοστό για το UBP ήταν στο Τρίκωμο (38,56%), που κατοικείται κυρίως από εποίκους από την Τουρκία, ενώ για το CTP ήταν στις εκλογικές περιφέρειες της Λεύκας (23,47%) και της Λευκωσίας (22,19%). Το νέο Λαϊκό Κόμμα έλαβε το υψηλότερο ποσοστό του στη Λευκωσία και την Κερύνεια (18,55%, 18,14%).