Οι εξελίξεις στην πενταετή περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ των εκλογών του 1998 και του 2003 άλλαξαν σημαντικά το γενικό πλαίσιο στην Κύπρο και αναζωπύρωσαν τις ελπίδες για τερματισμό της διαίρεσης του νησιού. Στην εσωτερική τουρκοκυπριακή πολιτική, ο Derviş Eroğlu και το Κόμμα Εθνικής Ενότητας (Ulusal Birlik Partisi) – UBP συνέχισαν να βρίσκονται στην εξουσία, αυτή τη φορά με νέο εταίρο συνασπισμού, το Κόμμα Κοινοτικής Απελευθέρωσης (Toplumcu Kurtuluş Partisi) – TKP, με επικεφαλής τον Μουσταφά Ακιντζί.

Τα δύο κόμματα είχαν ήδη μοιραστεί την εξουσία, για ένα χρόνο, στα μέσα του 1985, και πάλι υπό τον Eroğlu, με το TKP υπό τον ιδρυτή του Alpay Durduran. Μία εβδομάδα μετά την υπογραφή της συνθήκης ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (16 Απριλίου 2003), ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς ανακοίνωσε την άρση των περιορισμών κυκλοφορίας πέρα ​​από τη γραμμή που χωρίζει το νησί από το 1974.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ένταξη της πρώτης στην Ένωση έφτασαν σε στάδιο ολοκλήρωσης κατά τη διάρκεια του 2002. Δεν υπήρξε καμία συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διαδικασία.

Το Κυπριακό Πρόβλημα πέρασε από διαδικασία «συνομιλιών εκ του σύνεγγυς» μεταξύ των δύο ηγετών, του Προέδρου Γλαύκου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, κατά τη διάρκεια του 2002. Μετά από πολυάριθμες εντατικές ανταλλαγές μεταξύ των δύο πλευρών, ο Κόφι Ανάν τους παρουσίασε ένα «Ολοκληρωμένο Σχέδιο για την Επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος», στις 11 Νοεμβρίου 2002, που έμεινε γνωστό με την ονομασία «Σχέδιο Ανάν». Αυτή η κίνηση ήταν, αφενός, αποτέλεσμα των συνομιλιών εγγύτητας και, αφετέρου, μια προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας να προωθήσει παράλληλα λύση με την ένταξη της Κύπρου στο σύνολό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η «προθεσμία» ορίστηκε για την 1η Μαΐου 2004, την ημέρα που θα άρχιζε να ισχύει η διεύρυνση της ΕΕ με δέκα νέα μέλη. Η απόφαση για την ένταξη, που ελήφθη στις 12 Δεκεμβρίου 2002, δεν έθετε προϋπόθεση για την επίλυση του Κυπριακού μέχρι την ημερομηνία αυτή. Τα νέα μέλη της ΕΕ υπέγραψαν τη Συνθήκη Προσχώρησης στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2003.

Τον Νοέμβριο του 2002, ο Ταγίπ Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κέρδισαν τις εκλογές και, για πρώτη φορά, ένας Τούρκος πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι το Κυπριακό Πρόβλημα αποτελούσε εμπόδιο στην πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι η επίτευξη λύσης ήταν απαραίτητη. Αυτό ήταν αντίθετο με την πάγια θέση της Άγκυρας ότι το Κυπριακό Πρόβλημα λύθηκε το 1974, η οποία υπονοούσε ότι το σημερινό καθεστώς του νησιού ήταν η λύση. Η νέα στάση ερχόταν σε σύγκρουση με άλλα κέντρα εξουσίας στην Τουρκία και, το πιο σημαντικό, με τις θέσεις της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, ιδίως του Ραούφ Ντενκτάς. Ο τελευταίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας εκείνη την εποχή και υποβλήθηκε σε καρδιοχειρουργική επέμβαση ενώ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη για συνομιλίες. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο στις αρχές Ιανουαρίου 2003, υπήρχε εμφανής αίσθηση ότι η Άγκυρα τον παραγκώνιζε.

Η προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επίλυσης του Κυπριακού οδήγησε τους Τουρκοκύπριους σε τεράστιο κύμα κινητοποιήσεων με τις οποίες απαιτούσαν από την ηγεσία τους να υιοθετήσει και να προωθήσει αυτούς τους δύο στόχους. Με αυτό το όραμα, περισσότερες από 90 οργανώσεις (συνδικάτα, πολιτικά κόμματα και άλλες ΜΚΟ) ένωσαν τις δυνάμεις τους από τα τέλη του 2000 και μετά σε ένα κίνημα με την πλατφόρμα «Αυτή η χώρα είναι δική μας» και οργάνωσαν πολλαπλές συγκεντρώσεις. Η κινητοποίηση γινόταν όλο και μεγαλύτερη, με δεκάδες χιλιάδες να βγαίνουν στους δρόμους καθώς πλησίαζε η ημερομηνία ένταξης και μετά την παρουσίαση του Σχεδίου Ανάν.

Η αλλαγή εξουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, τον Φεβρουάριο του 2003, όταν ο τότε πρόεδρος Γλαύκος Κληρίδης έχασε τις εκλογές από τον Τάσσο Παπαδόπουλο, γνωστό για τη σκληρή στάση του στο Κυπριακό, ήταν για ορισμένους κύκλους εξέλιξη που δεν ενθάρρυνε την εξεύρεση λύσης. Παράλληλα με την αδιάλλακτη στάση του Ραούφ Ντενκτάς σε μια φαινομενικά τελευταία προσπάθεια του Κόφι Ανάν να προωθήσει το Σχέδιο Ανάν, τον Μάρτιο του 2003, οι εξελίξεις συνέβαλαν στο να φανεί το Σχέδιο σαν προσωρινά ξεχασμένη υπόθεση. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα και άλλες οργανώσεις συνέχισαν μια ενημερωτική εκστρατεία σχετικά με το Σχέδιο και τις διατάξεις του. Αυτό δεν ίσχυε για τους Ελληνοκύπριους, οι οποίοι θεωρούσαν το Σχέδιο ξεπερασμένο.

Σε μια απροσδόκητη κίνηση, στις 23 Απριλίου 2003, μόλις μία εβδομάδα μετά την υπογραφή στην Αθήνα της Συνθήκης Ένταξης στην ΕΕ από τα νέα μέλη, ο Ραούφ Ντενκτάς ήρε τους περιορισμούς κυκλοφορίας μεταξύ των δύο τμημάτων του διαιρεμένου νησιού. Για πρώτη φορά από το καλοκαίρι του 1974, έγινε δυνατό να υπάρχουν επαφές μεταξύ των ανθρώπων, με την άρση ανυπέρβλητων εμποδίων.

Στην εσωτερική τουρκοκυπριακή πολιτική, ο συνασπισμός του UBP και του TKP κατέρρευσε τον Ιούνιο του 2001, μετά από παρεμβάσεις της Άγκυρας. Αυτό ακολούθησε ένα περιστατικό, στο οποίο ο ηγέτης του TKP, Μουσταφά Ακιντζί, αμφισβήτησε την απρόσκλητη παρέμβαση ενός Τούρκου στρατιωτικού σε εκδήλωση εγκαινίων νέου αρχηγείου αστυνομίας στη Λευκωσία, τον Ιανουάριο του 2001. Η ρήξη του Ακιντζί με ένα στρατιωτικό και η διαφωνία του με ένα οικονομικό πακέτο που συμφωνήθηκε με την Τουρκία οδήγησαν σε πρωτοβουλίες για την απομάκρυνσή του από την εξουσία.

Το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο αναδύθηκε το 1993 ως σημαντικός αντίπαλος του UBP, επέστρεψε στην εξουσία ξανά σε συνασπισμό με το αντίπαλο κόμμα και τον ηγέτη του Ντερβίς Έρογλου.

Εν όψει των εκλογών που είχαν προγραμματιστεί για τον Δεκέμβριο του 2003, εμφανίστηκαν νέες πολιτικές ομάδες, το Barış ve Demokrasi Hareketi – BDH [Κίνημα Ειρήνης και Δημοκρατίας] του Μουσταφά Ακιντζί και το Çözüm ve AB Partisi – ÇABP [Κόμμα Λύσης και Ευρωπαϊκής Ένωσης] του Αλί Ερέλ, προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Οι δύο νέοι σχηματισμοί υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 2003 ένα Πρωτόκολλο με το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα Ενωμένων Δυνάμεων (Cumhuriyetçi Türk Partisi Birleşik Güçler) – CTPBG, στο οποίο συμφώνησαν να αναζητήσουν λύση βασισμένη στο Σχέδιο Ανάν, έως τον Μάιο του 2004 και για την ένταξη μιας ενωμένης Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα διεξήγαγαν τις εκλογές αποφεύγοντας οποιαδήποτε ενέργεια που θα έβλαπτε το ένα το άλλο, θα σχημάτιζαν κυβέρνηση συνασπισμού σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα και θα απέκλειαν τον Ραούφ Ντενκτάς από το ρόλο του διαπραγματευτή στις συνομιλίες για την Κύπρο.

Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας (Ulusal Birlik Partisi) – UBP του Ντερβίς Έρογλου και ο εταίρος του στην εξουσία, το Δημοκρατικό Κόμμα (Demokrat Partisi) – DP, με τον Σερντάρ Ντενκτάς, συμμετείχαν επίσης στις εκλογές μαζί με δύο μικρότερα συντηρητικά κόμματα, το Milliyetçi Barış Partisi – MBP (Εθνικιστικό Κόμμα Ειρήνης) και το Kıbrıs Adalet Partisi – KAP (Κυπριακό Κόμμα Δικαιοσύνης).

Το υψηλό διακύβευμα των εκλογών οδήγησε τους συντηρητικούς και την αντιπολίτευση να καταλάβουν ίσο αριθμό εδρών, 25 – 25. Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα Νέες Δυνάμεις κέρδισε την πρώτη θέση με 35,17%, μόλις 2,2 μονάδες μπροστά από το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, ενώ το Κίνημα Ειρήνης και Δημοκρατίας του Ακιντζί εξασφάλισε 13,2%, μόλις 0,3 μονάδες περισσότερο από το Δημοκρατικό Κόμμα. Ωστόσο, το Δημοκρατικό Κόμμα εξασφάλισε μία έδρα παραπάνω από το BDH χάρη στη μέθοδο κατανομής των εδρών στις εκλογικές περιφέρειες.

Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα Νέες Δυνάμεις κέρδισε το 35,95% των ψήφων στην πόλη της Λευκωσίας. Το υψηλότερο μερίδιο του ήταν σε κοινότητες με αποκλειστικά τουρκοκυπριακό πληθυσμό (38,5%) ή σε πλειοψηφία έναντι των εποίκων από την Τουρκία (37,65%). Στις κοινότητες αποκλειστικά εποίκων, το CTP έλαβε μόλις 13,89% έναντι 44,88% για το Κόμμα Εθνικής Ενότητας και 28,05% για το Δημοκρατικό Κόμμα. Το UBP εξασφάλισε την πρώτη θέση στην πόλη της Αμμοχώστου (36,87%), όπου ζει σημαντικός αριθμός εποίκων, με το CTP να βρίσκεται μόνο δύο μονάδες πίσω. Το καλύτερο αποτέλεσμα για το BDH ήταν στην πόλη της Λευκωσίας με 18,38% και μεταξύ των Τουρκοκυπρίων (15,11%). Ελλείψει κόμματος εποίκων που διεκδικούσε τις εκλογές, η ψήφος των εποίκων ωφέλησε τα συντηρητικά κόμματα, τα οποία εξασφάλισαν περίπου 84%.